Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2009

Φίλων Κτενίδης (1889-1963) Ο αθεράπευτος, νοσταλγός και υμνωδός του Πόντου

Του Τάσσου Κοντογιαννίδη
Σαν σήμερα (13-7-1963) έφυγε μια μεγάλη και ξεχωριστή μορφή του Πόντου, ο Φίλων Κτενίδης, ο ιδρυτής και κτήτορας του ιερού προσκυνήματος της «Παναγίας Σουμελά» που ανιστορήθηκε στα γραφικά υψώματα της Καστανιάς Ημαθίας, ο
« Νοσταλγός πατρώας Γης ανίατος,
Υμνωδός ιστορίας Πόντου ασίγαστος
Τηρητής ιερών παραδόσεων ανύστακτος,
΄Αξιος τίτλου εθνικού ποιητού Πόντου,
’Αμαράντου στεφάνου δόξης, κατηξίωται»,
και γίνεται ραψωδός και μελωδός και γίνεται το έργο και το όνομά του θρύλος, τραγούδι, παλμός κι ανασασμός, σύμβολο κι οπτασιασμός, γίνεται είδωλο που ενσαρκώνει πόθους, ονείρατα, ελπίδες και γίνεται παιάν, ιεροφάντης, εμψυχωτής και σημαιοφόρος της ασύλληπτης ιδέας, υποθήκη, παρακέλευση και ιερή κληρονομιά, το κύκνειο άσμα του…
Ο Φίλων Κτενίδης γεννήθηκε στη Βασίλισσα των Ποντιακών πόλεων, μέσα στα κάστρα των Κομνηνών, από γονείς Κρωμναίους, το 1889. Αποφοίτησε με άριστα από το ξακουστό Φροντιστήριο- Γυμνάσιο Τραπεζούντας το 1906. Από το 1906 έως το 1912 ήταν ανώτερος εμπορικός υπάλληλος και φιλολογικός συνεργάτης της εφημερίδας της γενέτειράς του «Εθνική Δράσις». Το 1910 εκδίδει και διευθύνει το περιοδικό «Επιθεώρηση» και την ίδια χρονιά εισάγεται στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στον πόλεμο του 1912-13 κατατάσσεται εθελοντής στον Ελληνικό Στρατό και πολεμά στα Μέτωπα της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Το 1914 καταδιώκεται από τους Τούρκους για τις υπηρεσίες του στον ελληνικό Στρατό και φεύγει σε ελληνικά χωριά της Τραπεζούντας όπου προσφέρει δωρεάν τις υπηρεσίες του ως γιατρός στους κατοίκους.
Μετά την κατάληψη της Τραπεζούντας από τους Ρώσους, διορίζεται διευθυντής του μεγαλύτερου ρωσικού στρατιωτικού νοσοκομείου στα Πλάτανα του Πόντου. Η δυσάρεστη τροπή του εθνικού μας ζητήματος τον αναγκάζει να φύγει στο Παρίσι για ιατρική ειδίκευση. Διακόπτει και πάλι τις σπουδές και κατατάσσεται στον Ελληνικό Στρατό και πολεμά στην Μικρά Ασία με το όνειρο που έχουν όλοι οι Πόντιοι: Την αναστήλωση της χαμένης Αυτοκρατορίας (Μεγάλη Ιδέα) και του Ανεξάρτητου Ποντιακού κράτους.
Το 1935 εκλέγεται βουλευτής Αθηνών και το 1938 εγκαθίσταται στην Θεσσαλονίκη. Το 1950 η ιδέα για την συγκέντρωση και διαφύλαξη του ιστορικού και λαογραφικού θησαυρού του πολυϋμνητου από τον ίδιο Πόντου, του γίνεται αθεράπευτο πάθος και καταπιάνεται για το σκοπό αυτό να εκδώσει το μοναδικό στο είδος του περιοδικό «Ποντιακή Εστία» που βραβεύθηκε αργότερα από την Ακαδημία Αθηνών. Τα δε θεατρικά του έργα, δράματα, τραγωδίες, κωμωδίες και ηθογραφίες, καλύπτουν κάθε πτυχή της ποντιακής κοινωνικής και συναισθηματικής ζωής. Κυριότερα έργα του : «Ο Ξενιτέας», «Οι πατρίδες», «Ο χωρέτες», «Η προξενεία», «Ο Διγενής Ακρίτας», «Ο Μάραντον», «Ο Ζουρνάς», «Η αποθήκη της Στοφορίνας» και πολλά άλλα θα μείνουν κλασσικά για το ρεπερτόριο του ποντιακού θεάτρου.
Μα εκείνο που λάμπει σα διαμάντι, δονεί και συγκινεί, ανάμεσα στα άλλα αριστουργήματα του Κτενίδη, είναι το έμμετρο τραγούδι της χαμένης Πατρίδας, «Η Καμπάνα» του από 341 στίχους. Και κάθε στίχος του ένας θλιβερός ήχος από τα βάθη των αιώνων, κάθε στίχος και ποτάμια δακρύων, κάθε στίχος κι ένας ψυχικός χαλασμός, ένας σεισμός, ένα δράμα και μια τρικυμία και στο τέλος η ασάλευτη του ποιητή πως όλα αυτά είναι πρόσκαιρα και τα χορταριασμένα ερείπια θα γίνουν παλάτια και ο αητός ο μονοκέφαλος, σύμβολο της θρυλικής αυτοκρατορίας, θα ξανατεντώσει τα φτερά του και θα στήσει τη φωλιά του πάνω στα κάστρα τη νέας δυναστείας των Κομνηνών.
Μέσα από τους ήχους της «καμπάνας» του που δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι παλμοί της πονεμένης καρδιάς του, διακρίνει κανείς τον αθεράπευτο νοσταλγό, τον πατριδολάτρη Φίλωνα Κτενίδη, τον αβάσταχτο πόνο του στην ιδέα, πως ο Πόντος είναι δυνατόν να χάσει το ελληνικό του χρώμα , με του καιρού το πέρασμα…
Ο Φίλων Κτενίδης θα ζει πάντα ανάμεσα στους ζωντανούς γιατί είναι ο «προμηθέας» της ποντιακής φυλής και το άφθαρτο κι ακτινοβόλο έργο του θα νικήσει τον φθοροποιό χρόνο και η «καμπάνα» του θα διαλύσει τα σκότη γύρω από το μνήμη του και το συμβολικό πουλί που είναι το ίδιο το πνεύμα , θα διασχίζει το διάστημα, θα πετά στις θάλασσες και τα βουνά για να κονέψει πάνω στα παλάτια των Κομνηνών και κατόπιν επάνω στο μνήμα του δίπλα στην Παναγία Σουμελά του Βερμίου, κράζοντας τους στίχους του:
«Επάρθαν τα κλειδία θε κι ο Κάστρεν εκρεμίεν
κι ο Κάστρεν ο Θεόρατον, εγέντον κοιμητήρι…».

Δεν υπάρχουν σχόλια: